H θρησκεία έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ζωής, σε όλες τις εκδηλώσεις της και σε όλες τις χώρες του κόσμου. Παντού υπάρχουν τόποι λατρείας του Θεού και χιλιάδες άνθρωποι τρέχουν να εκτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Άλλοι γιατί πιστεύουν πραγματικά και με επίγνωση και αισθάνονται την ανάγκη να έρθουν σε επαφή με το Θεό και άλλοι ασυναίσθητα ή ακόμη και υποχρεωτικά, αφού δεν θέλουν να δείξουν στους άλλους ανθρώπους ότι είναι άθεοι.

 

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός λίγο πριν να αναληφθεί, έδωσε εντολές στους αποστόλους: «Σεις δε είσθε μάρτυρες τούτων. Και ιδού, εγώ αποστέλλω την επαγγελία του Πατρός μου εφ’ υμάς, σεις δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, εωσού ενδυθήτε δύναμιν εξ ύψους» Λουκάς κδ:48-50.

Σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από κάποιο στρατηλάτη, δυναμικό και σκληροτράχηλο, για να μας σώσει από κάποιους εχθρούς. Ούτε έχουμε ανάγκη από πυρηνικές βόμβες για να μας εξασφαλίσουν την ειρήνη και την ασφάλειά μας. Κι αν υπάρχουν σύμμαχοι που διαθέτουν ισχυρό πυρηνικό οπλοστάσιο, αυτό δε μας δίνει ειρήνη στις καρδιές μας, ούτε κανένα αίσθημα ασφαλείας, αντιθέτως μας προκαλεί φόβους και ανασφάλεια.

Καθώς στις μέρες μας περνάμε αυτή τη παγκόσμια, πρωτόγνωρη κρίση του κορονοϊού, καλό είναι να διδαχθούμε από την ιστορία του λαού του Θεού.Πως αντιμετώπισαν πνευματικά παρόμοιες κρίσεις.

Αρχικά ένας ξεχωριστός Λαός του Θεού γεννιέται μέσα από μια μεγάλη οικουμενική κρίση. Η ιστορία ξεκινάει από τον Αβραάμ, συνεχίζεται με τον γιο του τον Ισαάκ και τον γιο του τον Ιακώβ.

Δεν έχουμε πάντοτε την ευκαιρία να κάνουμε αυτό που θέλουμε και να κερδίσουμε αυτό που μπορούμε. Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος μπορεί να λέει “μακάρι να είχα πάει στο Πανεπιστήμιο και να είχα γίνει ένας επιστήμων”. Αυτή η ευκαιρία του δόθηκε όταν ήταν μαθητής στο σχολείο, αλλά τότε δεν τη λογάριασε καθόλου, τώρα όμως είναι αργά, δεν μπορεί να πάει να μάθει γράμματα στο Πανεπιστήμιο.